Η συγκλονιστική ομιλία της Ντιάνας Σταυροπούλου από ΦΙΛΙΑΤΡΑ στην εκδήλωση μνήμης στο Brandenburg-Görden για τους 300 Έλληνες κρατούμενους (ΒΙΝΤΕΟ-ΦΩΤΟ)

ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟΠΙΚΑ

10/5/17
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Η ιστορία του αιχμαλώτου με το νούμερο 1788
Η ιστορία του ανθρώπινου είδους στο διάβα των αιώνων, είναι γεμάτη από καθοριστικές στιγμές και πράξεις προόδου, όσον αφορά την πολιτισμική και κοινωνική του εξέλιξη. Αυτές αποτελούν και θα πρέπει να αποτελούν παραδείγματα για τους νεότερους αλλά και μια διαρκή υπενθύμιση του χρέους μας να κάνουμε συνεχή βήματα μπροστά, ως κοινωνικά σύνολα και όχι ως μονάδες.

Σήμερα όμως δε θα αναφερθούμε στις φωτεινές σελίδες της ιστορίας μας, αλλά σ΄ εκείνες τις μαύρες κηλίδες που ακόμα και σήμερα μας στοιχειώνουν. Ο λόγος σχετίζεται με μια από κείνες τις εποχές που το είδος μας όχι απλά παρέμεινε στάσιμο, αλλά βημάτισε προς τα πίσω.

Πριν από αρκετά χρόνια – όχι όμως τόσο μακρινά για να λησμονήσουμε- ένας άνθρωπος θεώρησε ότι ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος υπάρχουν άτομα τα οποία υστερούν έναντι των υπολοίπων και θα έπρεπε να αφανιστούν.

Εκμεταλευόμενος την πολιτική αστάθεια της τότε περιόδου ανέλαβε την ηγεσία ενός εκ των μεγαλύτερων κρατών της Ευρώπης και προχώρησε σε μια σειρά εγκλημάτων αφού πρώτα είχε ηχήσει η σάλπιγγα του πολέμου. Το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ.
Ωστόσο, δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε απλά μια ιστορική αναδρομή , ούτε για να κρίνουμε. Ο μεγαλύτερος δικαστής είναι η ιστορία και ο χρόνος κι αυτοί έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους.

Ο λόγος που βρίσκομαι εδώ , είναι για να σας διηγηθώ την ιστορία ενός παιδιού που στα δεκαεπτά του έζησε τον εφιάλτη εκείνης της περιόδου από θέση πρωταγωνιστή των γεγονότων.

Το παιδί αυτό, ήταν ο Αποστόλης από τα Φιλιατρά Μεσσηνίας , μια μικρή κωμόπολη της Ελλάδας.

Η μοίρα θεώρησε πως ο 17χρονος έπρεπε να βρεθεί στην καρδιά του κακού και να είναι αυτόπτης μάρτυρας των παρανοϊκών σχεδίων του ηγέτη της ναζιστικής Γερμανίας. Η αγάπη του για την Ελλάδα τον έκανε να παλέψει μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ – του αντάρτικου που έδωσε το αίμα του πολεμώντας για την απελευθέρωσή της- κάτι που οδήγησε στη σύλληψή του από τους Γερμανούς κατακτητές.
Έτσι, ο μικρός μας φίλος , βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει σε ένα τραίνο, μαζί με άλλους έλληνες αντιστασιακούς στο δρόμο για την κόλαση.

Πρώτη στάση το μέρος που ακόμα και σήμερα το όνομά του κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ρίγος, ντροπή και φρίκη. Το στρατόπεδο εξόντωσης Άουσβιτς Μπίρκενάου.
Ευτυχώς για τον ίδιο αλλά και για την εξέλιξη της ιστορίας μας , ήταν από τους τυχερούς που σε αυτή την ατυχία θεωρήθηκαν χρήσιμοι για τα εργοστάσια της πολεμικής μηχανής του Γ΄ Ράιχ και σύντομα βρέθηκε πάλι σε ένα βαγόνι που τον μετέφερε σε ένα μέρος με λιγότερο αίμα και στάχτη. Επόμενη στάση, το στρατόπεδο Γκρίχελάνγκερ του Βραδεμβούργου , μέρος που στεγαζόταν το εργοστάσιο καταδιωκτικών αεροπλάνων της «Αράντο».

Εκεί, στον νεαρό Απόστολο δόθηκαν εργαλεία για να κατασκευάζει μαζί με τους άλλους κρατούμενους πολεμικά αεροπλάνα με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό (μπρότσουπε) και την ελπίδα ότι θα δει το φως του ήλιου άλλη μια μέρα, εφόσον ακολουθεί τις εντολές των σβαστικοφόρων φρουρών του ναζιστικού κολαστηρίου .
Σε αυτές τις δύσκολες ώρες ο 17χρονος ΕΠΟΝίτης από τα Φιλιατρά , δεν ήταν μόνος ! Η πολεμική μηχανή του Ράιχ χρειαζόταν στρατιά νεκροζώντανων για να συνεχίσει να κινείται και να απειλεί την ανθρωπότητα. Οι κατακτημένοι πλήρωναν τον βαρύ φόρο , και πρώτη ανάμεσα σε ίσους η μικρή Ελλάδα. Πλάι στις μηχανές, δίπλα στην πείνα , δίπλα στον θάνατο και τον φόβο , θα αντίκριζες τον Αριστοτέλη Λιαπίκο, τον Φρατζέσκο Χάρη, τον Ιωάννη Αγροδήμο, τον Παντελή Κούγιο , τον Απόστολο Παπαγγέλου, τον Κωνσταντίνο Κυρίτση, τον Νίκο Διακίδη…..

Πόσο εύκολο άραγε να ήταν, μέσα σε αυτόν τον πόνο και τον θυμό, το δριμύ « κατηγορώ» να στραφεί κατά ενός ολόκληρου έθνους; Ήταν δύσκολο , γιατί ο Απόστολος εκεί γνώρισε τους « ωραίους» Γερμανούς όπως τους έλεγε. Ανθρώπους που πολέμησαν τον παράφρονα ηγέτη του κράτους τους, καταδικάστηκαν μαζί με τους κατακτημένους ως υπάνθρωποι πληρώνοντας ακόμα και με τη ζωή τους. Κάποιοι επώνυμοι, κάποιοι ανώνυμοι, όλοι όμως με τις πράξεις τους έσωσαν την υπόληψη του γερμανικού λαού και απέδειξαν ότι ορθώς η ιστορία καταδίκασε μια παρανοϊκή πολιτική και όχι ένα έθνος.

Ο μικρός μας φίλος δεν ξέχασε ποτέ την άρνηση του Γερμανού αξιωματικού να τον υποδείξει ως μέλος του αντάρτικου όταν ο Απόστολος είχε συλληφθεί από τους Ναζί. Δεν ξέχασε ποτέ τη μανία με την οποία χτύπησαν τον Βίλυ Χέρμαν οι φρουροί του εργοστασίου, επειδή ανέλαβε την ευθύνη για τη ζημιά που προκάλεσε ο ίδιος ο Απόστολος , προκειμένου να μη στηθεί στον τοίχο του εκτελεστικού αποσπάσματος ο έλληνας πολιτικός αιχμάλωτος.

Δεν ξέχασε ποτέ τον επισκευαστή της στέγης, που του παραχώρησε το κρεβάτι και την κουβέρτα του και που άκουγε στο όνομα Έρικ Χόνεκερ.
Οι άνθρωποι αυτοί , Έλληνες και Γερμανοί, ήταν η « οικογένεια» του Αποστόλη στη Γερμανία. Μια φιλία σπάνια, σφυρηλατήθηκε μέσα στις φωτιές και τους καπνούς του πολέμου σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της ανθρωπότητας. Δεν είναι τυχαίο που σε αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του ο μικρός ΕΠΟΝίτης αναφέρεται σε αυτούς με τον τίτλο « Βραδεμβουργιανοί» και μιλάει γι΄ αυτούς με τόση αγάπη και θαυμασμό.

H ώρα της κρίσης για τον παράφρονα ηγέτη του Γ ΄ Ράιχ και της συμμορίας του δεν άργησε να έρθει. Οι συμμαχικές δυνάμεις κατάφεραν να λαβώσουν το τέρας του ναζισμού και οι σοβιετικές ερπύστριες ήχησαν στο στρατόπεδο εργασίας Γκρίχελάνγκερ. Η ελπίδα πως θα ξαναδεί τους δικούς του άστραψε στα μάτια τού Έλληνα αιχμαλώτου.
Όπως ο ίδιος γράφει : <<Η ώρα είναι περίπου δώδεκα. Μέσα σ΄ ένα από τα πολλά εργοστάσια του Βραδεμβούργου, της βιομηχανίας αεροπλάνων διώξεως, τύπου Αrado, εργαζόμεθα Έλληνες πολιτικοί κατάδικοι.
Η πείνα μας είναι απερίγραπτη και όλοι μας κοιτάζουμε στο δρόμο μήπως περάσει το αυτοκίνητο που θα μας φέρει τη σούπα.

Μα άξαφνα η σειρήνα του εργοστασίου χτυπάει δαιμονισμένα απ΄ευθείας συναγερμό. Οι Γερμανοί εργάτες με μεγάλο τρόμο τρέχουν με τα ποδήλατά τους στο δρόμο που οδηγεί στο δάσος.
Μα εμείς με μεγάλο κόπο σέρνουμε τα πόδια μας με τα ξύλινα παπούτσια για να μπούμε στη γραμμή και να μας οδηγήσει ο ες-ες με το χέρι στη σκανδάλη του αυτόματου stajier πού; Έξω από το εργοστάσιο στα χαρακώματα που εκεί ήτο ο μεγαλύτερος στόχος των Αμερικανών.

Σε λίγο ο σκοπός βρίσκεται στη σκοπιά του που είναι φτιαγμένη από τσιμέντο , με το αυτόματο έτοιμο προς τα πάνω μας . Εμείς, χωμένοι στα χαρακώματα κοιτάξαμε τον ουρανό, που σε λίγο θα συννεφιάσει από τα χιλιάδες αεροπλάνα.
Δίπλα μας απλώνεται το αεροδρόμιο μα κανένα αεροπλάνο δικό τους δε φαίνεται. Μα εμείς συνηθισμένοι από τους πολλούς κινδύνους κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον γιατί , ίσως έπειτα από λίγο, ίσως να μην υπάρχει κανένας μας στη ζωή.
Να και η ώρα η κακή έφθασε.]
[ Μέσα στο βάθος του ορίζοντα φαίνονται τα πρώτα κύματα και σε λίγο ευρίσκονται απάνω μας. Όλοι μας κοιτάζομε με καρδιοχτύπι τ΄ αεροπλάνα και μας πιάνει τρόμος. Οι σχηματισμοί είναι πάρα πολλοί και αποτελούνται από δέκα τετρακινητήρια αεροπλάνα. Είναι όμως πολύ ψηλά γιατί κινδυνεύουν από το σφοδρό αντιαεροπορικό πυρ των Γερμανών.

Ξέρομε όμως ότι όταν πρόκειται ν΄ αρχίσει ο βομβαρδισμός, ο αρχηγός του κάθε σμήνους αφήνει μια λευκή κολώνα καπνού από το σκάφος του μέχρι τον στόχο όπου εκεί άλλοι θα ρίξουν τις βόμβες. Αυτό χρησιμεύει για ευστοχία.
Γι’ αυτό όλοι κοιτάξαμε με τρόμο τους σχηματισμούς μήπως ρίξουν τη στήλη καπνού απάνω μας. Η καρδιά μου χτυπάει σαν καμπάνα από τον φόβο, ενώ για μια στιγμή βλέπω ένα μαύρο θηρίο να ρίχνει τη λευκή στήλη απάνω μας. Ο νους μου σταματά , ενώ τα μάτια μου κλείνουν μόνα τους σα να μη θέλουν να δουν το απαίσιο αυτό σημείο. Αμέσως ακούγονται και τα σφυρίγματα που κάνουν οι βόμβες όταν κατεβαίνουν από τον ουρανό για να γκρεμίσουν εργοστάσια και να κάψουν πόλεις.
Μα να έφθασαν!
Τ’ αυτιά μου βουλώνουν από τους βρόντους και τα μάτια μου κλείνουν ζαλισμένα από τον φόβο.

Με σφιγμένα τα δόντια από την αγανάκτηση της ζωής μας περιμένουμε τον απότομο θάνατο που θα μας χαρίσει ένα κομμάτι σίδερο. Μα αυτός δεν έρχεται ! Ίσως θέλει να μας βασανίσει περισσότερο ! Οι βόμβες πέφτουν τόσο πυκνά που οι εκρήξεις είναι συνεχείς. Ένα ατελείωτο μπουμπουνηταριό ακούγεται στη γη και δαιμονισμένα σφυρίγματα στον αέρα που αλύπητα μας προαναγγέλουν τον θάνατο.
Κάπου- κάπου κοιτάζομε τ’ αεροπλάνα με αγανάκτηση σαν να μπορούμε να πούμε στους Αμερικανούς να σταματήσουν , γιατί υπάρχουν και δικοί τους κάτω, δεν είναι όλοι Γερμανοί.

Μα και η χαρά μας είναι μεγάλη βλέποντας τα πάντα γύρω μας να έχουν καταστραφεί.
Αμαξοστοιχίες ολόκληρες είναι αναποδογυρισμένες, τα σπίτια έχουν γίνει σωροί από πέτρες και τούβλα , ενώ από τα εργοστάσια που μας βασάνιζαν επί δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο βγαίνουν τεράστιες φλόγες που χοροπηδούν στον ουρανό χαιρετίζοντας τους νικητές που φεύγουν , αλλά στο βάθος φαίνονται άλλα αεροπλάνα , πιο πολλά από τα πρώτα.
Τα καταδιωκτικά σαν λευκά χελιδόνια στριφογυρίζουν γύρω από τους σχηματισμούς κάνοντας βουτιές και στροφές για να προφυλάξουν τα βομβαρδιστικά που αργά-αργά έρχονται προς τα εμάς. Να κι ένα μεγάλο που πέφτει κάτω βγάζοντας φλόγες . Το κτύπησαν από κάτω , δεν πειράζει όμως , οι δικοί μας σώθηκαν και πέφτουν με τα αλεξίπτωτα.

Οι βόμβες πέφτουν πιο κοντά μας.
Τα ρούχα μας φουσκώνουν από τ’ αέρια των βομβών και η γη τρέμει σαν να γίνεται σεισμός.
Ολόκληρα σύννεφα από χώματα μας έχουν σκεπάσει και δεν βλέπουμε τίποτα. Σε λίγο όλα σταματούν και ο ουρανός αρχίζει να καθαρίζει.
Ο συναγερμός ακόμα δεν τελείωσε. Τώρα μιλάμε για τις καταστροφές και κοιτάζουμε τα χαλάσματα . Παντού φωτιά και καταστροφή. Κοιτάζουμε την πόλη και βλέπουμε μαύρους σωρούς από πέτρες και καπνούς που φανερώνουν την καταστροφή. Δίπλα στο δρόμο έσπασαν οι σωλήνες του υδραγωγείου και το νερό τρέχει σαν ποτάμι στον κατήφορο. Τα εργοστάσια έχουν γίνει κουρέλια και τ’ αεροπλάνα που ήταν κρυμμένα κάτω από τα πράσινα καμουφλαρίσματα, έγιναν κομμάτια σκορπισμένα εδώ κι εκεί.
Να κι ένα αεροπλάνο που έρχεται γρήγορα σα να το κυνηγάνε. Θα είναι Γερμανικό ! Μα , όχι ! Κάτι αφήνει . Α ! Είναι προκηρύξεις !
Και πράγματι σε λίγο η περιοχή γέμισε από άσπρα και κόκκινα χαρτάκια . Με λαχτάρα περιμέναμε να πέσει ένα πάνω μας , μα κι αυτό το πήρε ο αέρας και το έριξε πιο πέρα.

Ο Πέτρος , ένα παιδί από τον Πειραιά, δεκαοχτώ ετών , που το είχαν κατηγορήσει οι Γερμανοί για σαμποτάζ, τρέχει να το πιάσει.
Μα έξαφνα ακούμε δύο πυροβολισμούς κι ο Πέτρος λυγάει και πέφτει κάτω με το χαρτί στο χέρι.
Το αίμα αχνίζει και χύνεται από την τρύπα που έκανε η σφαίρα στο κεφάλι του και τα μάτια του ανοιχτά ακόμα κοιτάζουν προς εμάς σαν να μας ζητούσαν κάτι. Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε τίποτα γιατί θα πληρώναμε με περισσότερο αίμα την πράξη μας.
Σε λίγο ο Πέτρος ξεψύχησε ποτίζοντας τα πράσινα χορτάρια με το αίμα του , για να πάρει το χαρτί που έριξαν οι σύμμαχοι .
Τον κλάψαμε πολύ τον φίλο μας .
Μα σφίξαμε με λύσσα τις γροθιές μας και με όρκο να εκδικηθούμε γι ‘ αυτόν και τόσους άλλους όταν θα έρθει η ώρα , γιατί το χαρτί έγραφε :
<< Ερχόμαστε ! Ερχόμαστε! >>

Οι σύμμαχοι μετά την απελευθέρωση φρόντισαν να στείλουν τους επιζώντες πίσω στις πατρίδες τους με αποσκευές τις αναμνήσεις και τους εφιάλτες για την κτηνωδία που έζησαν . Η ζωή όμως, κατάφερε να νικήσει τον θάνατο !
Ο Απόστολος γύρισε στην πατρίδα του , τα Φιλιατρά, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ευτυχισμένος. Έκανε οικογένεια, εργάστηκε, δημιούργησε. Δεν ξέχασε όμως ποτέ! . Κυρίως δε μίσησε τη Γερμανία και τον λαό της που αγωνίστηκε αψηφώντας την απειλή του δυνάστη της. Κατάφερε μάλιστα να την επισκεφθεί μαζί με την οικογένειά του, αυτή τη φορά καλεσμένος από τον ηγέτη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας Έρικ Χόνεκερ, φίλο και συγκρατούμενο. Περπάτησε ξανά στο στρατόπεδο, αυτή τη φορά χωρίς να φοβάται για τη ζωή του και αγκαλιάστηκε με όσους Βραδεμβουργιανούς ήταν ακόμη εν ζωή. Θυμήθηκαν όλα αυτά που για πάντα θα τους ενώνουν.

Ήταν μια από τις χιλιάδες ιστορίες που δημιούργησε ο πόλεμος που συγκλόνισε την ανθρωπότητα, και από τις λίγες με αίσιο τέλος.
Οι ιστορίες αυτές βρίσκονται εδώ, σήμερα, ανάμεσα στους τοίχους, πάνω στο έδαφος, στην ατμόσφαιρα…. Όλες έχουν σκοπό να μας φανερώσουν το χρέος μας ως ανθρώπων, να διαφυλάξουμε την ειρήνη ως κόρη οφθαλμού και να μην κουραστούμε να παλεύουμε ώστε τέτοιες στιγμές κρίσης και προσβολής του είδους μας ,να μείνουν στο παρελθόν.
Ο φόβος για το διαφορετικό και η αγάπη για τον συνάνθρωπο είναι δύο έννοιες που αντιμάχονται η μία την άλλη και, όποια υπερισχύσει , θα χρωματίσει ανάλογα τις σελίδες της ιστορίας μας. Και ας μην πούμε ψέματα στον εαυτό μας! ΕΜΕΙΣ κρατάμε το πινέλο κυρίες και κύριοι.

Η ανοχή φαινομένων ξενοφοβίας , πολιτικών θέσεων που απηχούν ολοκληρωτισμό, ρατσισμό και η αδιαφορία για τις τύχες των λαών όσο μακριά ή κοντά μας βρίσκονται, ισοδυναμεί με συνενοχή.
Είναι υποχρέωσή μας να διαφυλάξουμε τους πυλώνες του ανθρώπινου πολιτισμού και τα ανθρώπινα δικαιώματα , ενώ παράλληλα οφείλουμε να πολεμήσουμε κάθε ιδέα, κάθε άποψη, κάθε πράξη που τα απειλεί. Είναι δική μας υπόθεση αν θέλουμε να φέρουμε άξια τον τίτλο του «ανθρώπου» , λέξη που στα ελληνικά σημαίνει «αυτός που κοιτάζει ψηλά». Το πόσο ψηλά θα κοιτάξουμε στην πορεία της ατομικής και συλλογικής μας ζωής θα κρίνει την πορεία της κοινωνίας μας.
Ο κλήρος έπεσε σε μένα να φέρω το ηθικό βάρος να σας διηγηθώ την ιστορία του αιχμαλώτου με το νούμερο 1788 .

Ήταν ο Απόστολος Σταυρόπουλος. Ένας άνθρωπος που πάλεψε για τα ιδανικά του, δεν έχασε την ελπίδα του, αγάπησε τα γράμματα και τη μουσική, κι ένιωσε τον λαό σας αδερφό του! Ήταν ο « Μπούμπη» για τους Γερμανούς συγκρατούμενους. Ο Απόστολος για τους Έλληνες. Ήταν ο πατέρας μου!
Τον Οκτώβριο του 2015 τα μάτια του έκλεισαν για πάντα στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, δίπλα σε ανθρώπους που τον αγάπησαν και που ακόμη και σήμερα , η εικόνα , τα λόγια και οι διηγήσεις του θα μας συντροφεύουν. Νοερά, θα βρίσκεται μαζί μας, όπως όλοι όσοι αγωνίστηκαν κάτω από το πανεθνικό λάβαρο τού «σωστού» και του «δίκαιου».

Ένα μέρος του , βρίσκεται στην Ελλάδα.
Ένα στις καρδιές μας.
Ένα , όμως, θα μείνει για πάντα εδώ !

 
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ

 

ΔΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

Αφήστε μια απάντηση